ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ

Ταξιάρχης Μανταμάδου

Φωτιά, καπνός κι αντάρα στα παράλια της Μεσογείου. Τα κουρσάρικα καράβια των Σαρακηνών οργώνουν ελεύθερα τα καταγάλανα νερά του Αιγαίου και σκορπούν τη συμφορά και τον όλεθρο στα δαντελωτά ακρογιάλια του. Οι Σαρακηνοί, σαν γύπες, αράζουν όπου μυρίζονται τροφή κι ανοίγουν τις μπουκαπόρτες τους και ξερνούν ό,τι χειρότερο μπορεί να δείξει το ανθρώπινο γένος. Κορμιά μαύρα σαν το σκοτάδι, ανθρώπους θεριά, τους φοβερούς Σαρακηνούς, τη φοβέρα των παραλίων οικισμών, τη συμφορά.

Δεν έχουν τίποτα το ιερό, δεν πιστεύουν σε κανένα Θεό, γι’ αυτούς Θεός είναι το πλιάτσικο, σύντροφός τους ο μπαλτάς και το μαχαίρι, ευχαρίστησή τους το άλικο αίμα και το κρασί. Μοιάζουν πολύ τα δύο αυτά και τ’ αγαπούν εξίσου.

Ορμούν σαν πληγές του Φαραώ στις παράλιες πόλεις και τα χωριά και σκορπούν την συμφορά. Σφάζουν ανθρώπους και ζωντανά. Καίνε και ρημάζουν στο πέρασμα τους.

Την πιο μεγάλη όμως ερήμωση, την έπαθαν τα νησιά μας. Απροστάτευτα καθώς ήταν και σκορπισμένα μέσα στη γαλανή αγκαλιά του Αιγαίου, τράβηξαν πιότερο την προσοχή και τη λαιμαργία των Σαρακηνών. Οι κάτοικοι, όσοι πρόλαβαν να γλυτώ­νουν, τραβήχτηκαν στο εσωτερικό για να αποφύγουν τη μανία των Σαρακηνών.

Η Λέσβος, ένα από τα πιο όμορφα και πλούσια νησιά μας, υπήρξε στόχος περισσότερο των Σαρακηνών. Ίσως γιατί η πλούσια γη της και το ανεπτυγμένο εμπόριο των κατοίκων των παραθαλασσίων συνοικισμών που έκαμαν τα αρχοντικά σπίτια τους, να είναι γεμάτα από γεννήματα και πολίτικα και Βενετσιάνικα ασημικά και χρυσαφικά, ήταν ένα μεγάλο κίνητρο για τους αρπαγές.

Την εποχή εκείνη, το Βυζαντινό κράτος δεν μπορούσε να αντιδράσει και να τους χτυπήσει, επειδή είχε να κάνει με πολλούς και σπουδαιότερους εχθρούς, ίσως πάλι γιατί το νησί μεγάλο καθώς είναι, και με ακρογιαλιές, γεμάτες κολπίσκους, φυσικά λιμά­νια, απόμερα, απήνεμα και ασφαλή από τα μάτια κάθε εχθρού, να έκανε τους Σαρακηνούς να το βλέπουν με περισσότερη σιγου­ριά και πολλές φορές σαν τόπο ανεφοδιασμού και ανάπαυλας. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα, πολλά τέτοια μέρη απόμερα, από ανθρώπους και ανέμους, με κολπίσκους και αραξοβόλια, ονομά­ζονται Σαρακήνα, Σαρακηνιό, Σαρακονήσι κ.λπ..  Αυτές οι τοπο­θεσίες δεν ήταν παρά λημεριάσματα Σαρακηνών και πήραν την ονομασία τους απ’ αυτούς.

Κατά τα τέλη του Θ΄ αιώνα και τις αρχές του ΙΑ (δηλαδή το 900 με 1000) οι Σαρακηνοί ήταν στις δόξες τους. Κανέναν δεν φοβόταν και κανείς δεν τους κυνηγούσε. Τα νησιά γι’ αυτούς ήταν τσιφλίκια τους, οπόταν τους άρεσε, έβαζαν πλώρη σ’ αυτά, έκαιαν τα χωριά, έκλεβαν, σκότωναν, ερήμωναν τον τόπο και γέ­μιζαν τα καράβια τους από σκλάβους και λάφυρα για τα σκλα­βοπάζαρα και τις πλούσιες αγορές της Ανατολής.

Σ’ αυτήν ακριβώς την εποχή, δηλαδή το 900 με 1000, η ζω­ντανή παράδοση του Μανταμάδου, τοποθετεί την κατασκευή της εικόνας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ με αίμα των μοναχών που σφαγιάσθηκαν από τους Σαρακηνούς. Η παράδοση είναι τόσο ζωντανή και τα γεγονότα και οι τοποθεσίες που αναφέρονται πραγματικές, που θα πρέπει να έχουν άμεση σχέση με την ιστο­ρία. Οι αιώνες δεν κατόρθωσαν στο πέρασμά τους να παραλεί­ψουν ή να προσθέσουν κάτι στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τις φοβερές εκείνες ημέρες.

Στη θέση «Λεσβάδος» (τοποθεσία στον Ταξιάρχη, δύο περί­που χιλιόμετρα από το Μανταμάδο), που έχει πάρει την ονομα­σία της από τον πρώτο κάτοικο του νησιού, υπήρχε ένα Μονα­στήρι προς τιμήν των Ταξιαρχών, που η ίδρυσή του χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Οι μοναχοί του λιγοστοί, δεκαοκτώ τον αριθμό, κατά την παράδοση, το είχαν οχυρώσει με τείχη και πύργο (ο πύργος δια­τηρείται μέχρι σήμερα), για να αποκρούουν τις επιδρομές των Σα­ρακηνών. Και τα κατάφεραν πάρα πολλές φορές, σε σημείο που ο αρχιπειρατής Σιρχάν, να έχει τόσο πεισμωθεί και θυμώσει, που περισσότερο από γινάτι παρά από λεηλασία ήθελε να το κάψει.

Ήταν άνοιξη. Η μυροβόλος Λέσβος, φορώντας την καταπράσινη πλουμιστή της φορεσιά, λικνιζότανε σαν πεντάμορφη νύφη πάνω στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου. Ο βαρύς χειμώνας πέρασε ήσυχος. Οι πειρατές, φοβούμενοι τον άγριο θυμό του Αιγαίου, που το χειμώνα είναι περισσότερο αψύς, είχαν αράξει στα λημέρια της πατρίδας τους, να γλεντήσουν τα πλιάτσικά τους, να διορθώσουν τις ζημιές και να ετοιμαστούν για τις νέες τους επιδρομές.

Οι μοναχοί, μετά από την ανάπαυλα του βαρύ χειμώνα, με τις πρώτες ανοιξιάτικες μέρες, άρχισαν τις προετοιμασίες για το Πάσχα. Τα κελιά, η μεγάλη αυλή και όλοι οι χώροι του Μοναστηριού ασπρίζονταν και έπαιρναν μια εορταστική όψη. Ο χειμώνας έκαμε τους μοναχούς να ξεχάσουν κάπως τους φοβερούς πειρατές και να μην προσέχουν όσο έπρεπε τη φρούρηση του Μοναστηριού. Η σκέψη τους ήταν περισσότερο δοσμένη στις κατανυκτικές ακολουθίες της Μ. Τεσσαρακοστής και στις προετοιμασίες για το λαμπροφόρο γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου.

Όμως οι Σαρακηνοί, με τις πρώτες γαληνές της άνοιξης, σήκωσαν πανιά για το Αιγαίο. Το κουρσάρικο του αρχιπειρατή Σιρχάν, με σηκωμένα όλα του τα πανιά, πλησίαζε τις ακρογιαλιές της Λέσβου. Είχε παρακάμψει τη Μήθυμνα με το άπαρτό της Κάστρο και έβαζε πλώρη για τη Σαρακήνα, παραλιακή τοποθεσία του Μανταμάδου, τρία τέταρτα δρόμο περίπου από το Μοναστήρι των Ταξιαρχών. Η ημέρα άρχιζε να γέρνει. Ο ανοιξιάτικος λαμπερός ήλιος κατηφόριζε για τις παραδεισένιες του πορφυρές πύλες της δύσης και αμέτρητα χρώματα είχαν απλωθεί πάνω στα καταγάλανα νερά της θάλασσας.

Πάνω στο πειρατικό του, ο αρχιπειρατής Σιρχάν κάλεσε όλο το τσούρμο του. Ήταν ένας μιγάς πελώριος, κοντά δυο μέτρα. Επί των ημερών του, όλη η Λέσβος γνώρισε τη χειρότερη ερήμωση και καταστροφή. Στάθηκε στη γέφυρα, αγριωπός. Το πρόσωπό του σου θύμιζε άρχοντα της κόλασης. Στη μύτη του και στ’ αφτιά του κρέμονταν χρυσοί κρίκοι, που έκαναν το μελαμψό πρόσωπό του περισσότερο χτυπητό και άγριο. Τα χείλη του κόκκινα και φουσκωμένα και καθώς μιλούσε φαινόταν μια σειρά μεγάλα κάτασπρα δόντια, όπλα φοβερά πολλές φορές και αυτά στη φοβερή μάχη. Το γερακίσιο του μάτι, γιατί το άλλο ήταν πάντοτε σκεπασμένο με ένα μαύρο πανί που δενόταν πίσω στ’ αριστερό του αφτί, έβγαζε σκέτη φωτιά όταν σε κοιτούσε.

Γυμνό το σώμα του από τη μέση και πάνω και το φαρδύ του στήθος το σκέπαζε κατάμαυρο σγουρό τρίχωμα. Τα χέρια του, χέρια γορίλλα, τριχωτά και γεροδεμένα, που ο μπαλτάς στα μακριά του δάκτυλα φαινόταν σα μικρό εργαλείο στα χέρια ενός τεχνίτη. Τη μέση του την έσφιγγε ένα χρωματιστό ζωνάρι, που κρατούσε σφικτά και κατακρέατα τον μπαλτά και τη σπάθα. Όταν στεριωνόταν καταμεσής στο τσούρμο του με τα πόδια του ανοιχτά, εξείχε τουλάχιστον μια σπιθαμή απ’ αυτό. Η φωνή του, ένας τηλεβόας, έκαμε σε κάθε προσταγή του το τσούρμο να ζαρώνει.

«Ακούστε με καλά», είπε με φωνή δυνατή, «τούτη τη φορά θα μπούμε μέσα στο μοναστήρι. Όλα είναι δικά σας. Κάψτε, ρημάξτε, λεηλατήστε, κάντε του κεφιού σας, εγώ θέλω μόνο το χρυσό ποτήρι που μ’ αυτό λειτουργούν οι καλόγηροι, για να πίνω το κρασί μου, όλα τα άλλα τα χρυσαφικά, ασημικά και βιος, είναι δικά σας. Όποιος λιποτακτήσει θα τον κρεμάσω από τ’ άρμενα. Αν δεν το πάρουμε και τούτη τη φορά, θα σας αφήσω στο νησί και θα σαλπάρω για να σας παλουκώσουν οι γραικοί. Δεν σηκώνει άλλη αναβολή. Τ’ ακούσατε καλά;»

Αλαλαγμοί και ξεφωνητά ήταν η καταφατική απάντηση του τσούρμου του μαύρου πειρατή. Η βροντερή του φωνή ακούστηκε πάλι, κάνοντας να σιγήσουν οι πάντες.

«Θα αράξουμε στο παλιό μας λημέρι και, όταν σκοτεινιάσει για τα καλά, θα ξεκινήσουμε για να τους ριχτούμε τα βαθιά χαράματα, που δεν θα μας περιμένουν. Προσέξτε. Δεν πρέπει να μας βρει η μέρα, θα είναι η καταστροφή μας. Γι’ αυτό δεν έχετε άλλη λύση. Ή θα το πάρουμε στα γρήγορα και θα κατηφορίσουμε στο καράβι ή θα μας πάρουν χαμπάρι οι γραικοί τριγύρω και ενωμένοι θα μας πετσοκόψουν.

Ο πανούργος αρχιπειρατής τα κανόνισε έτσι ώστε από τη μια η λαχτάρα του πλιάτσικου, από την άλλη ο φόβος να μην αργήσουν και χάσουν τη ζωή τους, τους προετοίμαζε να ενεργήσουν προσεκτικά και με φανατισμό για να επιτύχει η επιδρομή. Στο Μοναστήρι, η ζωή συνεχιζόταν κανονικά, η προσοχή των μοναχών ήταν δοσμένη στις κατανυκτικές ακολουθίες και στις προετοιμασίες. Το βράδυ της ημέρας αυτής, οι μοναχοί, όπως κάθε βράδυ μετά από το μεγάλο απόδειπνο, τραβήχτηκαν στα κελιά τους για να ησυχάσουν και να ξεκουραστούν από τον κόπο της ημέρας. Το σκοτάδι είχε για καλά αγκαλιάσει τον τόπο τριγύρω και η ησυχία που απλωνότανε ήταν απαλή και γαλήνια. Τίποτα δεν προμήνυε το κακό που θα ακολουθούσε μες στη νύχτα αυτή.

Στο λημέρι των Σαρακηνών, τελείωναν οι προετοιμασίες για την επιδρομή. Ούτε φωτιά, ούτε θόρυβος. Όλα γίνονταν μέσα στο σκοτάδι, αθόρυβα, για να μην αντιληφθεί την παρουσία τους κανένας τσομπάνος και γίνει γνωστός στους κατοίκους ο ερχομός τους. Κατά τα μεσάνυχτα ξεκίνησαν για το Μοναστήρι. Περπατούσαν σιγά, με προφύλαξη. Το παν ήταν ο αιφνιδιασμός. Τη διαδρομή των τριών τετάρτων την έκαναν περισσότερο από δυο ώρες. Δεν πήραν το μονοπάτι, αλλά μέσα από τα κτήματα και το δάσος. Έφτασαν σε λίγη απόσταση απ’ το Μοναστήρι και κρύφτηκαν στα δέντρα. Περίμεναν την κατάλληλη ώρα.

«Είναι ώρα», λέει το πρωτοπαλίκαρο του αρχιπειρατή. «Όλοι κοιμούνται, δεν θα μας πάρει κανείς χαμπέρι».

«Όχι», λέει ο αρχιπειρατής, «είναι πολύ επικίνδυνο. Μας έχουν αποκρούσει με ζημιές πολλές φορές οι καλόγεροι. Μωρέ θα τους ήθελα στο τσούρμο μου τέτοια παλικάρια που είναι. Αλλά δεν γίνεται, θα τους χτυπήσουμε όταν δεν το περιμένουν μέσα στην εκκλησιά τους τα χαράματα που θα παν να λειτουργηθούν. Τώρα είναι πολύ επικίνδυνα. Θα μας βάλουν στη μέση από τα μπουντρούμια τους (κελιά) και θα μας λιανίσουν. Ξέρω εγώ. Μόνο να μη σας πάρουν είδηση, αλίμονο σας».

Οι ώρες περνούσαν με τους πειρατές έξω από το Μοναστήρι να καιροφυλαχτούν, όταν την απαλή σιγαλιά της βαθιάς αυγής την έσκισε το γλυκόηχο σήμαντρο του Μοναστηριού, που καλούσε τους μοναχούς στην ορθινή λειτουργία της προηγιασμένης. Καλά – καλά δεν είχε σταματήσει το σήμαντρο και τα βαριά βήματα των μοναχών ακούγονταν ρυθμικά πάνω στον ξύλινο εξώστη του Μοναστηρίου, που κατηφόριζαν για τον ναό. Σε λίγο και πάλι ησυχία. Όλοι οι μοναχοί είχαν συγκεντρωθεί στον ναό.

Οι πειρατές περίμεναν λίγο ακόμη και έπειτα, σιγά – σιγά, ξετρύπωσαν από την κρυψώνα τους και πλησίασαν με πολλές προφυλάξεις το τείχος του Μοναστηριού. Το πρωτοπαλίκαρο ξετύλιξε από τη μέση τον γάντζο, τύλιξε στα άγκιστρά του ένα μεγάλο πανί για να μην ακουστεί καθώς θα το πετούσε πάνω στο τείχος να γαντζωθεί, έκανε τον γάντζο να γυρίσει μερικές φορές γύρω από το σώμα του και τον πέταξε με δύναμη και τέχνη πολύ ψηλά και ίσια στην πλάτη του τείχους. Τράβηξε το σχοινί για να διαπιστώσει ότι έπιασε καλά, γύρισε, έκανε νόημα στον αρχιπειρατή και άρχισε να ανεβαίνει με προσοχή.

Στο νόημα του πειρατή έτρεξαν όλοι στη μεγάλη καστρόπορτα του Μοναστηριού, που το πρωτοπαλίκαρο θα άνοιγε από μέσα. Σε λίγο ο πειρατής με τον γάντζο βρισκόταν στην αυλή και, προστατευόμενος από το βαθύ σκοτάδι, σύρθηκε ως την πόρτα και, τραβώντας το μεγάλο σύρτη, την άνοιξε. Σαν δαίμονες της κόλασης, οι πειρατές όρμησαν με αλαλαγμούς μέσα στο Μοναστήρι και μπήκαν στην εκκλησιά. Οι μοναχοί τα έχασαν και, πριν προλάβουν να συνέλθουν, πέθαιναν σφαγμένοι από τους μπαλτάδες των Σαρακηνών.

Ο Γαβριήλ, το δόκιμο καλογεροπαίδι που βρισκόταν στο Ιερό του Ναού, βοηθώντας τον ηγούμενο στα λειτουργικά του καθήκοντα, συνήλθε κάπως γρηγορότερα και, ανοίγοντας το στενό παράθυρο του Ιερού, αναρριχήθηκε στη σκεπή του Ναού. Όμως οι κινήσεις του δεν ξέφυγαν από τα μάτια των Σαρακηνών, που, φοβούμενοι μην τρέξει και ειδοποιήσει τριγύρω τους συνοικισμούς, βγήκαν έξω να τον κυνηγήσουν. Μερικοί κατόρθωσαν να μισοανεβούν στη σκεπή με κάτι σκάλες που είχαν αφήσει οι μοναχοί αποβραδίς, ασβεστώνοντας τους τοίχους του Μοναστηριού.

Αλλά, Κύριε των δυνάμεων! Ένας άνεμος και μια βουή ακούστηκε απ’ τη σκεπή του Ναού, η οποία μετατράπηκε σε φουρτουνιασμένο πέλαγος και πάνω στ’ ασπρισμένα κύματα ένας πελώριος στρατιώτης, αγριωπός, με σπάθα που έβγαζε φωτιές, κινούσε καταπάνω στους πειρατές. Οι τρίχες της κεφαλής των πειρατών σηκώθηκαν σαν βελόνες και με άναρθρες φωνές, αφήνοντας όπλα και κλοπιμαία, ξεχύθηκαν στον κατήφορο.

Ο μοναχός, βλέποντας το μεγάλο αυτό θαύμα να τον σώζει, έχασε τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, γλυκοχάραζε. Στην αρχή τα είχε χαμένα. Μα τι συνέβη; αναρωτήθηκε. Σιγά σιγά όμως άρχισαν να έρχονται στον νου του όλες οι φοβερές εικόνες που διαδραματίστηκαν προ ολίγου. Όταν αναλογίστηκε τα συμβάντα, σταυροκοπήθηκε τραυλίζοντας το απολυτίκιο των Ταξιαρχών. Κατέβηκε έπειτα κάτω και μπήκε στον ναό. Το αίμα του πάγωσε βλέποντας όλους τους συντρόφους του σφαγμένους. Το σώμα του κέρωσε και τα πόδια του έμειναν καρφωμένα στο δάπεδο. Έμεινε στη θέση αυτή πολλή ώρα με τα μάτια του ορθάνοιχτα και τρομαγμένα. Ο ιερός χώρος του ναού, που πριν από λίγο ευωδίαζε από το θυμίαμα και τον ζωντάνευαν οι ψαλμωδίες των μοναχών, τώρα έμοιαζε με κοιμητήρι. Ένα απαλό χάϊδεμα της πρωινής αύρας, που τρύπωσε αθόρυβα απ’ το ανοιχτό παράθυρο που είχε αφήσει ο μοναχός στην προσπάθειά του να σωθεί τον συνέφερε. Κοίταξε τριγύρω του, σαν να ξυπνούσε εκείνη τη στιγμή, και έπειτα έτρεξε με αγωνία και γονάτισε στον καθένα αιμόφυρτο σύντροφό του με την ελπίδα ότι θα έβρισκε έστω και έναν ζωντανό. Οι ελπίδες του όμως διαψεύστηκαν. Οι μοναχοί, όλοι, ήταν άψυχοι.

Με ξεχειλισμένη την ψυχή του από θλίψη για τον χαμό των συντρόφων του και τη σκέψη του θολή από τα συμβάντα, ξαναχάνει τις αισθήσεις του. Κρατήθηκε όμως την τελευταία στιγμή με πείσμα. Έσυρε τα βήματά του στο εικονοστάσι του Αρχαγγέλου και σχεδόν κρεμάστηκε σ’ αυτό με τα δύο του χέρια γαντζωμένα στις γωνιές του. Σήκωσε με κόπο τη ματιά του στην εικόνα του Αρχαγγέλου και νοερά ζήτησε βοήθεια και φώτιση.

Το τρεμουλιαστό, ιλαρό φως των κανδηλιών, χάιδευε κυματιστά το πρόσωπο του Αγίου. Ένιωσε κάτι ισχυρό να διαπέρνα όλο του το είναι, να τον δυναμώνει. Μέσα από τις κυματιστές σκιές της εικόνας, σιγά σιγά τα μάτια του έβλεπαν το πρόσωπο του Αρχαγγέλου, ένα πρόσωπο! Θεέ μου! Αέρινο, ζωντανό, υπερκόσμιο!

«Ταξιάρχη μου, Ταξιάρχη μου», σχεδόν κραύγασε. «Τις ψυχές των αδελφών μου μοναχών πάρε στα χέρια Σου εσύ και παν πλημμέλημα ή ανόμημα τον Κύριο παρακάλεσε να συγχωρήσει».

Το πρόσωπο του Αρχαγγέλου γλύκανε. Ω τι θεϊκή γλύκα! Άρχισε να γαληνεύει και η δική του ψυχή. Αχ, να μπορούσε να απεικονίσει κάπου την εξαίσια αυτή μορφή. Να την κάνει εικόνα. Όμως δεν γνώριζε από αγιογραφία και ούτε καν τα στοιχειώδη υλικά δεν είχε για μια τέτοια εργασία.

«Γιατί; Γιατί; Ταξιάρχη μου να μη μπορώ ο αμαρτωλός;», μονολογούσε.

Έσφιξε με απόγνωση τα δάκτυλά του σφιχτά και ένιωσε τα νύχια του να χώνονται στις σάρκες του. Πόνεσε, άνοιξε τα δάκτυλα του, κοίταξε μέσα στην παλάμη του. Πάνω στη λευκή επιδερμίδα, δύο-τρεις σταγόνες αίμα σαν ρουμπινένιες μικρές χάντρες. Τις κοίταξε αφηρημένα και απότομα, σαν να ανακάλυπτε κάτι το σπουδαίο, κάτι το συγκλονιστικό, φώναξε:

«Αίμα, Αίμα. Αυτό είναι. Ευχαριστώ, Ταξιάρχη μου, ευχαριστώ». Και αφού έκανε το σημείο του Σταυρού, βιαστικά, σαν σίφουνας, όρμησε έξω από το Ναό, ανηφόρησε τις σκάλες και χώθηκε στο κελάρι του. Σε λίγο έβγαινε βιαστικά κρατώντας μια πήλινη λεκάνη και έναν σπόγγο. Μπήκε στον ναό. Εκεί, με μεγάλη προσοχή και ευλάβεια, άρχισε να συγκεντρώνει το αίμα των μοναχών μέσα στη λεκάνη, μουρμουρίζοντας:

«Σ’ ευχαριστώ Ταξιάρχη μου, σ’ ευχαριστώ που με φώτισες και μ’ έδειξες τον τρόπο». Και αποτεινόμενος στους νεκρούς του συντρόφους:

«Αγαπημένοι μου αδελφοί, το αίμα σας δεν θα πάει χαμένο. Μ’ αυτό θα φτιάξω την εικόνα του Αρχάγγελου Μιχαήλ, για να τον ευχαριστήσω από μέρους σας, που μεταφέρει στα άγια Του χέρια, τις ψυχές σας στον Δημιουργό».

Όταν τελείωσε την περισυλλογή του αίματος, βγήκε πάλι από τον ναό για να γυρίσει σε λίγο έχοντας μέσα σε μια μεγάλη χωμάτινη κούπα ψιλοκοσκινισμένο ασπρόχωμα. Την έθεσε κοντά στη λεκάνη με το αίμα, ανασηκώθηκε, έφερε τα βήματά του κοντά στο εικονοστάσι του Αρχαγγέλου, έκανε τρεις μετάνοιες, ασπάσθηκε την εικόνα και είπε:

«Αρχάγγελε μου, σε παρακαλώ, βοήθησέ με. Ξέρεις ότι δεν έχω ιδέα από τέτοιου είδους εργασίες και, αν το αποφάσισα, ήταν με τη δική σου φώτιση. Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, κράτησέ μου τα χέρια».

Έκανε και πάλι τον σταυρό του, έσκυψε πάνω στις δύο κούπες και άρχισε να πλάθει πηλό με το αίμα των μοναχών και το ασπρόχωμα. Σε λίγο η μεγάλη χωμάτινη λεκάνη είχε γεμίσει από ένα σκούρο ροδακινόχρωμο πηλό.

Ο μοναχός ανασηκώθηκε, έστρεψε το πρόσωπο του ψηλά, ζήτησε τη βοήθεια του Αγίου Θεού και του Αρχαγγέλου Του, Μιχαήλ, έκανε τον σταυρό του και άρχισε με τρεμάμενα χέρια να φιλοτεχνεί την εικόνα του Αρχαγγέλου. Με τις πρώτες κινήσεις άρχισε να ζει ζωηρά τα γεγονότα της σκεπής. Τα τρεμάμενα, στην αρχή, χέρια του άρχισαν να γίνονται σταθερά, να δουλεύουν με σιγουριά, ταχύτητα και χάρη, λες και κάποια αόρατη δύναμη τα βοηθούσε. Το πρόσωπο του Αρχάγγελου της σκεπής, το αγριωπό μα και θεϊκό μαζί, ήταν θαρρείς μπροστά του, ολοζώντανο, με κάθε λεπτομέρεια. Αυτό τον βοηθούσε να ανατυπώνει τα χαρακτηριστικά του πάνω στον αιματοπότιστο πηλό με μεγάλη ευχέρεια.

Πέρασε πολλή ώρα εργαζόμενος κι, όταν σταμάτησε για λίγο και κοίταξε από κάποια απόσταση το έργο του, έμεινε κατάπληκτος από την απόλυτη ομοιότητα των χαρακτηριστικών του Αρχαγγέλου της σκεπής. Κοίταξε έπειτα τη χωμάτινη λεκάνη και τότε συνειδητοποίησε ότι ο πηλός είχε μείνει ελάχιστος. Θεέ μου! Και δεν είχε φτιάξει παρά το πρόσωπο του Αγίου, τις φτερούγες Του και την πύρινη ρομφαία. Πάνω στην ένταση και την προσπάθεια ν’ απαθανατίσει τα χαρακτηριστικά του Αγίου, δεν πρόσεξε το υλικό του πηλού που λιγόστευε. Να χαλάσει ό,τι έφτιαξε και να ξαναρχίσει από την αρχή; Αδύνατον. Δεν ήταν πια βέβαιος ότι θα πετύχαινε αυτό που τώρα εμπρός του καμάρωνε ευχαριστημένος.

Μα τότε; Έσκυψε, πήρε τον υπόλοιπο πηλό, και όπως ακριβώς ένα άπειρο παιδί ζωγραφίζει σε χαρτί ένα ανθρώπινο σώμα, σχεδιάζοντας τον κορμό, τα χέρια και τα πόδια του ανθρώπου, με μια μόνο χονδρή κοντυλιά, έτσι και κείνος με τον λίγο πηλό που του έμεινε, σχεδίασε το υπόλοιπο σώματος Αρχαγγέλου, πολύ άτεχνο μεν από το λαιμό και κάτω, αλλά ολοκληρωμένο. Το βλέπουμε και σήμερα όταν ανοίξουμε το ασφαλισμένο κουβούκλιο του Αρχαγγέλου που κρύβει το υπόλοιπο σώμα Του.

Πολλές εκατοντάδες χρόνια πέρασαν από τότε που η ανάγλυφη εικόνα του Αρχαγγέλου με το σκούρο αιμάτινο χρώμα της παραμένει αναλλοίωτη, ζωντανή, μακριά από τον νόμο της φθοράς και του χρόνου. Μακριά από τη φθορά του ασπασμού χιλιάδων πιστών που κάθε χρόνο κατακλύζουν τον Ιερό Ναό Του και χαϊδεύουν και σκουπίζουν πολλές φορές με βαμβάκι (!) τον ιδρώτα του προσώπου Του και τα δάκρυά Του. Ακόμη δε επικολλούν στο μέτωπο και στα μάγουλά του νομίσματα μεταλλικά παντός είδους, τα οποία σημαδεύουν το πρόσωπό Του, αλλά τα σημάδια αυτά εξαλείφονται έπειτα. Όλα αυτά είναι αρκετά να πείσουν κάθε χριστιανό, με πόση χάρη, αγάπη και ενδιαφέρον αγκαλιάζει ο Αρχάγγελος Μιχαήλ τη χειροποίητη ανάγλυφη εικόνα Του.

«Πάντας τους την θείαν και σεπτήν, Σου ασπαζόμενους εικόνα, Μιχαήλ Μέγιστε Πάσης απολύτρωσαι οργής και θλίψεως και θανάτου απάλλαξον, πικρού αιφνίδιου, και δεινής κακώσεως, σοφέ Ταξίαρχε, όπως προστασίαις Σου θείαις, πάντοτε σωζόμενοι πόθω, το σεπτόν Σου όνομα γεραίρομεν».

Ιστορικό του κτισίματος του ναού

«Πάτερ μου πολλά έχετε γράψει στο περιοδικό σας για το Μεγαλόχαρο Ταξιάρχη μας, όμως δεν γράψατε για το κτίσιμο του ναού Του, που από τα

θεμέλιά του άρχισε με θαύμα και τελείωσε πάλι με θαύμα». Αυτά μου έλεγε η Ελισάβετ Πατλάκα, 85 ετών, μέλος της Ενοριακής Εστίας και από τις καλύτερες οικογένειες του χωριού.

– Μα κυρία Ελισάβετ, δεν γνωρίζω πολλά πράγματα και ούτε πουθενά έχω δει γραμμένο κάτι για το κτίσιμο του Ναού. Κάτι μέσες και άκρες από γεροντότερους έχω ακούσει και δεν μπορώ να γράψω κάτι που δεν είμαι σίγουρο.

– Θα σου τα πω εγώ που τα ξέρω πολύ καλά με την κάθε λεπτομέρεια. Τα ξέρω από τον παππού μου, που ήταν Επίτροπος και Ταμίας της Επιτροπής Ανεγέρσεως του Ναού, λεγόταν Ιωάννης Χριστοφαρής.

Τα βράδια μάς έπαιρνε στα γόνατά του και εκεί κοντά στο τζάκι που τριζοβολούσε η φωτιά από ξύλα πρινίτικα (της Μα­βριάς), μάς ιστορούσε απ’ την αρχή ως το τέλος όλη την ιστορία της ανέγερσης. Εμείς κρατούσαμε την αναπνοή μας να ακούμε καλά και να μη μάς ξεφεύγει τίποτα γιατί ήταν όλα εντυπωσιακά και ωραία. Όταν τελείωνε, νοιώθαμε τα βλέφαρά μας βαριά και ασήκωτα, αλλά ευτυχισμένοι πηγαίναμε στα κρεβατάκια μας. Το περίεργο είναι ότι, ενώ την ίδια ιστορία ακούγαμε πολλές φορές, κάθε φορά κρεμόμασταν από τα χείλη του σαν να την ακούγαμε για πρώτη φορά. Τον θυμάμαι σαν να είναι τώρα, ακουμπούσε στο παραγώνι, έκανε πάντα στην αρχή το σταυρό του, άνοιγε έπειτα τη φαρδιά αγκαλιά του, μάς έχωνε μέσα όλους και άρχι­ζε:

«Οι ανάγκες, παιδιά μου, του μικρού ναού του Μεγαλόχαρου, συνεχώς μεγάλωναν. Ο χώρος του ήταν πολύ μικρός και δεν χωρούσε τον κόσμο που ερχόταν απ’ όλη τη Μυτιλήνη, αλλά περισσότεροι από την απέναντι ανατολή, να τον προσκυνήσουν και να του φέρουν τα τάματά τους. Είχε γίνει πολύ γνωστός παντού παιδιά μου, με τα πολλά του θαύματα. Στη γιορτή του, πολλοί προσκυνητές δεν προλάβαιναν κατά τη θεία λειτουργία να ανάψουν ούτε κερί και δεν άκουγαν καθόλου λειτουργία. Πήραμε τότε την απόφαση, η Επιτροπή, να κτίσουμε ένα μεγαλύτερο ναό δίπλα στη θέση Παλαιός Αστράτηγος, όπου υπήρχε η πρώτη εκκλησία του Ταξιάρχη και να λειτουργιέται στην πανήγυρή του και να κάνουμε και κελιά για τους ανατολίτες που έρχονταν με τις βάρκες τους να τον προσκυνήσουν.

Γράψαμε στον Πατριάρχη και μάς έδωσε την άδεια να κάνουμε έρανο στα χωριά της ανατολής. Κάναμε τον σταυρό μας και ξεκινήσαμε. Ήταν δύσκολα χρόνια τότε, παιδιά μου. Οι Τούρκοι ήταν σκληροί και δεν άφηναν να κάνουν οι Έλληνες έρανο, γιατί φοβόνταν μήπως με τα χρήματα αγοράζαμε όπλα να τούς χτυπήσουμε. Ας αφήσουμε ότι υπήρχε ο κίνδυνος να μας ληστέψουν στους δρόμους και να χάσουμε και τη ζωή μας. Όμως, λες και τους μώρανε ο Μεγαλόχαρος, δεν κινήθηκε κανείς εναντίον μας. Οργώσαμε την ανατολή, μαζέψαμε πολλά φλουριά, περιουσία ολάκερη. Εδώ πάλι στο Μανταμάδο, οι χωρικοί έδωσαν πολλά γεννήματα και φλουριά και το σπουδαιότερο δούλεψαν πολλοί για τον Ταξιάρχη δωρεάν.

Αφού συγκεντρώσαμε τα χρήματα και καλέσαμε καλούς τεχνίτες από την ανατολή, ήλθε ο Δεσπότης και κάναμε τον αγιασμό της έναρξης. Ένα απέραντο πανηγύρι ήταν ο Μανταμάδος, που σ’ αυτό πήραν μέρος ακόμη και Τούρκοι και δεν τόλμησε κανείς να φέρει αντίρρηση, γιατί ήξεραν πολύ καλά τη δύναμη του Μεγαλόχαρου.

Την άλλη μέρα του αγιασμού, αρχίσαμε με όρεξη τα θεμέλια, μα δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε πολύ, γιατί όλες σχεδόν οι γυναίκες έρχονταν και μάς κουβαλούσαν γλυκά κουλούρια σε μας και στους εργάτες. Έφτασε το βράδυ, μάζε­ψαν τα εργαλεία οι εργάτες, τα έβαλαν στα τσιμπίλια τους, τα κρέμασαν στον πρίνο και ξεκίνησαν για το χωριό. Την άλλη μέρα πρωί – πρωί με ξύπνησαν με φωνές οι εργάτες. “Τί συμβαίνει παιδιά;”

“Μας πήραν τα τσιμπίλια με τα εργαλεία και μας βούλωσαν ό,τι σκάψαμε χθες”.

Δεν το χωρούσε ο νους μου κάτι τέτοιο. Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα και όταν πήγα κάτω είχε μαζευτεί όλο σχεδόν το χωριό. Πράγματι τα σκαμμένα θεμέλια ήταν κλειστά με το χώμα που χθες οι εργάτες έσκαψαν και τα εργαλεία δεν υπήρχαν στη θέση τους. Σε λίγο, απέναντι από τον παλιό ναό, ακούσαμε γυναικείες φωνές που μάς καλούσαν. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τί έλεγαν, όπως φώναζαν μαζωμένες. Λαχανιασμένες έφτασαν μερικές νέες να μας πουν ότι τα σκαπανικά είναι μέσα στα τσιμπίλια στην αυλή του παλιού ναού. Πήγαμε να προσκυνήσουμε, να παρακαλέσουμε τον Ταξιάρχη να φανερώσει τους κλέφτες και αυτούς που βούλωσαν τα θεμέλια και τα είδαμε στην αυλή. Όλοι απορούσαμε και δεν ξέραμε τί έγινε. Οι περισσότεροι έλεγαν ότι οι Τούρκοι το έκαναν αυτό για να μη γίνει ο ναός, όμως πάλι γιατί να πάνε τα εργαλεία στην αυλή τού ναού;

Έπειτα από λίγο δισταγμό και συζήτηση, δώσαμε τα εργαλεία στους εργάτες και εκείνοι άρχισαν να ξανασκάβουν και να ανοίγουν τα θεμέλια. Το βράδυ όταν τελείωσαν τη δουλειά τους, είπαμε να ξανακρεμάσουν στον ίδιο τόπο τα εργαλεία τους. Θα μας τα κλέψουν για καλά πια σήμερα, έλεγαν. Όμως εμείς είχαμε το σκοπό μας.

Όταν σκοτείνιασε, μερικά δικά μας παλληκάρια καλά οπλισμένα, γλίστρησαν από τα γύρω χωράφια και κρύφτηκαν στους θάμνους γύρω από τον πρίνο με τα εργαλεία και περίμεναν. Τα μεσάνυκτα όμως μαρμάρωσαν. Από τον παλιό ναό σηκώθηκε ένα δυνατό φως, έκαμε καμπύλη και ζύγιασε πάνω από τα θεμέλια. Το αίμα τους πάγωσε. Στάθηκε το φως για λίγο, έπειτα πάλι αργά – αργά έκαμε την αντίστροφη καμπυλωτή τροχιά και χάθηκε στον αυλόγυρο του ναού. Έντρομοι κοιτάχθηκαν μεταξύ τους για αρκετή ώρα. Έπειτα ο πιο θαρρετός προχώρησε δειλά δειλά προς τον πρίνο. Στάθηκε για λίγο κι έπειτα φώναξε δυνατά: “Τα εργαλεία χάθηκαν, χάθηκαν! Τα θεμέλια βούλωσαν, τρέξτε, Ταξιάρχη μου!”

Έντρομοι έτρεξαν όλοι κοντά. “Ταξιάρχη μου!”, φώναξαν όλοι με ένα στόμα. Εμπρός στα έντρομα μάτια τους, δεν έχασκαν πια τα ανοιχτά θεμέλια, είχαν χαθεί, ούτε μια κουβάρα χώμα δεν υπήρχε. Μια έντονη μυρωδιά από φρεσκοσκαμμένο χώμα ένοιωθαν να τους γίνεται πολύ αισθητή. Κάποιος άναψε το λαδοφάναρό του και το έφερε προς τον πρίνο, προσπαθώντας να βρει τα εργαλεία και τους τροβάδες των εργατών. Δεν υπήρχε τίποτα! Κοιτάχτηκαν σαστισμένοι και χωρίς να βγάλει κανείς μιλιά σαν ένας άνθρωπος, κίνησαν με βήμα γοργό στο χωριό.

Τα χτυπήματά τους στην πόρτα με τρόμαξαν. Άνοιξα και μπροστά μου είδα τα τρομαγμένα τους πρόσωπα. Μιλούσαν όλοι μαζί και δεν μπορούσα να καταλάβω τί έλεγαν.

“Σταματήστε, μπάαα σε καλό σας, τί πάθατε τέτοια ώρα, τί λέτε; Μίλα βρε Κωνσταντή εσύ, να καταλάβω, μίλα μόνο εσύ, σταματήστε οι άλλοι”.

Ο Κωνσταντής, αφού ξεροκατάπιε, κάνοντας βαθειά αναπνοή, άρχισε. Μαστρογιάννη το και το.

“Τι λες μωρέ, παλαβώσατε; Μήπως κοιμηθήκατε και σάς έπιασαν στον ύπνο και τώρα θέλετε να δικαιολογηθείτε;”

“Μας προσβάλλεις Μαστρογιάννη, είμαστε εμείς απ’ αυτούς;”

Ναι, είχαν δίκιο, παιδιά μου, όλοι τους ήταν παλληκάρια και το έλεγε η ψυχή τους, όλοι ένας κι ένας.

“Καλά παιδιά, με συμπαθάτε, μα, μου φαίνονται τόσο πε­ρίεργα, που σκέφτηκα άσχημα για σάς, με συμπαθάτε. Μια στιγμή να πάρω την κάπα μου και έρχομαι. Πετάξου ρε Νικόλα και πες στους άλλους επιτρόπους να μάς περιμένουν στην έμπαση του χωριού, να πάμε όλοι μαζί κάτω”. Φόρεσα την κάπα μου και ξεκινήσαμε».

– Το σπίτι του παππού μου, πάτερ μου, είναι αυτό που κάθεται τώρα ο Ευστράτιος Καραμιχαήλ, ο οποίος είναι δισέγγονος του.

»Ήταν καλός ο καιρός αλλά την ώρα αυτή το αγιάζι τρυπούσε το κόκκαλο. Στο έμπα του χωριού περιμέναμε για λίγο τους άλλους επιτρόπους που έφτασαν κι αυτοί σαστισμένοι και φορτωμένοι ερωτήσεις. Κατηφορίσαμε τον κατήφορο για τον πρίνο (πρίναρο όπως τον λέμε), όταν όμως φτάσαμε στην ποταμιά και αρχίζαμε να ανεβαίνουμε τον ανήφορο που θα μας έφερνε στον τόπο που θέλαμε να κτίσουμε το ναό, ακούσαμε κωδωνοκρουσίες. Είχε αρχίσει να χαράζει. Κοιταχθήκαμε ο ένας με τον άλλο. Τί να συμβαίνει; Ταχύναμε το βήμα μας και φτάσαμε στον ανεμόμυλο. Μπροστά μας, στο θαμπό φως της αυγής απλωνόταν το μοναστήρι του Ταξιάρχη. Πρώτη μου φορά το έβλεπα τέτοια ώρα από τη θέση αυτή. Τί ομορφιά, τί χάρη είχε; Άγριο σαν φρούριο με τους πανύψηλους τοίχους του, τη μεγάλη χοντρή καστρόπορτα, αλλά και γαλήνιο μαζί και ήσυχο και θαυμαστό. Η καμπάνα που για λίγη ώρα ώσπου να ανεβούμε τον ανήφορο, είχε σταματήσει, άρχισε και πάλι ξαφνικά να κτυπά σιγά και ρυθμικά. Με λίγες δρασκελιές περάσαμε το πέτρινο διπλό γεφύρι του μοναστηριού και φτάσαμε στην καστρόπορτά του. Ήταν διπλαμπαρωμένη. Χτυπήσαμε δυνατά. Ακούσαμε φοβισμένες φωνές μα κανένας δεν μας άνοιγε. Ξαναχτυπήσαμε πιο δυνατά και μαζί φωνάξαμε: “Ανοίξτε, είμαστε οι επίτροποι, δεν μας ακούτε;”

Η καμπάνα είχε πάλι σταματήσει. Σε λίγο ακούστηκε το τρίξιμο της αμπάρας και η πόρτα μισάνοιξε αφήνοντας να φανεί το τρομαγμένο και φοβισμένο πρόσωπο του ρασοφόρου καντηλανάφτη. Δεν τον αναγνώρισα. Δυο μεγάλα φωτεινά μάτια και ένα μόνιμο παιδικό χαμόγελο, αυτή ήταν πάντα η εικόνα του καντηλανάφτη και τώρα; Ένα πρόσωπο κατατρομαγμένο, φοβισμένο με μάτια ανοικτά, θαρρείς και θα πεταχτούν έξω από τις κόγχες του. Μας έβλεπε και δεν κουνιόταν από τη θέση του. Σπρώξαμε εμείς την πόρτα και άνοιξε. Ο καντηλανάφτης έκανε λίγα βήματα πίσω, κοίταξε αριστερά, δεξιά, πίσω του και προσπάθησε ν’ άνοιξει το στόμα του. Είχε αρχίσει πια να φωτίζει για καλά και τον βλέπαμε να τρέμει σαν ψάρι. Το στόμα του άνοιξε αλλά δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τίποτα. Τον άδραξα από τους ώμους και τον κούνησα δυνατά: “Τί συμβαίνει βρε Θοδωρή, τί έχεις πάθει; Μίλα, θα μας σκάσεις”.

“Η καμμμμπάνα”, είπε και με τη ματιά του και το δεξί του χέρι έδειχνε την καμπάνα στον πύργο και το σκοινί πού ήταν κρεμασμένο και ακίνητο.

“Έ, λοιπόν, ποιος χτύπησε την καμπάνα;”, τον ρώτησα.

“Κααανείς, μ…όνη της”, και σταυροκοπήθηκε.

Μια ανατριχίλα μάς πέρασε όλους σύγκορμα.

“Μόνη της; Μίλα καλά βρε Θοδωρή”.

“Ναι, ναι αφεντικό, μόνη της”.

Απ’ τα κελιά άρχισαν να ξεπροβάλλουν φοβισμένα πρόσωπα γυναικών που έμεναν μόνιμα στα κελιά του μοναστηριού, πού μη έχοντας άλλου να μείνουν, εύρισκαν καταφύγιο και στέγη. Σιγά – σιγά βλέποντας εμάς εκεί, ξεθάρρεψαν και άρχισαν να κινούνται προς το μέρος μας, σταυροκοπιόνταν κι αυτές και μουρμούριζαν χωρίς να τις καταλαβαίνουμε, μόνο “Ταξιάρχη μου”, “Μεγαλόχαρε”, “καμπάνα”, ξεδιαλύναμε λέξεις απ’ το μουρμουρητό τους.

“Τα τσιμπίλια, οι τροβάδες, τα εργαλεία”, φώναξαν δυο παλληκάρια που είχαν προχωρήσει προς τον πύργο της καμπάνας. Τρέξαμε όλοι και τρίβαμε τα μάτια μας. Στο σημείο που βρήκαμε χθες τα εργαλεία των εργατών, ήταν και σήμερα με τάξη ακουμπισμένα στον τοίχο. Δεν μπορεί, κάτι γίνεται που δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Πρέπει να σκεφτούμε, κά­τι δεν πάει καλά. Φώναξα και τους άλλους επιτρόπους να ανε­βούμε στο Συνοδικό να συζητήσουμε, και είπα στους άλλους να περιμένουν και να ειδοποιήσουν τους τεχνίτες και τους εργά­τες να μην πιάσουν δουλειά και να έλθουν στο Μοναστήρι να τους μιλήσουμε όταν θα τελειώσουμε. Ανεβήκαμε στο Συνοδικό, μας έφεραν καφέ και γλυκό οι γυναίκες, μας άναψαν τη με­γάλη λάμπα, ξαναέκαναν το σταυρό τους, έκλεισαν την πόρτα και έφυγαν.

“Τί γίνεται βρε παιδιά; Τί να σημαίνουν όλα αυτά; Τί εξήγηση δίνετε σε όλα;” Δεν μίλησε κανείς. Όλοι ξέραμε τί συμβαίνει και γιατί γίνονται, μα κανείς δεν τόλεγε.

“Εντάξει, πώς θα γίνει; Πώς θα τον κτίσουμε; Θα χαλάσουμε την εκκλησία αυτή που τώρα υπάρχει;”, τους λέω.

Όλοι με κοίταξαν με ανακούφιση.

“Πρέπει αυτό να συζητήσουμε Μαστρογιάννη, εδώ πρέπει να γίνει ο μεγάλος ναός, είναι φως φανάρι. Ο Ταξιάρχης θέλει εδώ το ναό του, εδώ που έχυσαν το αίμα τους οι μοναχοί και που η θαυματουργή εικόνα του είναι πλασμένη με το αίμα αυτό”.

Δεν μίλησα, έτσι έπρεπε να γίνει. Είπα μόνο: “Εντάξει ας πιούμε τώρα τον καφέ να συνέλθουμε και όταν θα θρουν οι τεχνίτες, το ξανασυζητάμε” και χαμογέλασα. Χαμογέλασαν όλοι, πήραμε μια βαθειά αναπνοή σα να μάς έφευγε ένα βάρος από πάνω μας και ρουφήξαμε τον καφέ μας.

Το θαμπό φως της γκριζομάλλης αυγής άρχισε να ζωηρεύει, να γίνεται δυνατό, να περνά το παράθυρο του Συνοδικού, να τρώει το φως της κρεμαστής λάμπας και να μας φωτίζει τα πρόσωπα. Είχαμε πιει τον καφέ μας και είχαμε βυθιστεί σε σκέψεις όταν μάς συνέφερε η φωνή του καντηλανάφτη. Είχε ανοίξει σιγά-σιγά την πόρτα, έχωσε το κεφάλι του από το άνοιγμα και με φωνή σιγανή, λες ακόμη φοβισμένη, μάς είπε: “Ήρθαν τα μαστόρια και οι εργάτες”.

Τον φώναξα μέσα και τού είπαμε να μας φωνάξει επάνω τον αρχιμάστορα και να πάρει μαζί του ένα – δυο γεροντότερους τεχνίτες και να ανεβούν επάνω. Σε λίγο χτυπούσαν την πόρτα. “Ελάτε, καθίστε βρε παιδιά”. Τα πρόσωπά τους ήταν ανέκφραστα, σοβαρά. Καλημέρισαν και κάθισαν. Τα μάτια τους ερευνητικά, μάς κοίταζαν όλους, προσπαθώντας να μαντέψουν το σκοπό πού τους καλέσαμε. Φτιάχτηκα καλά στην πολυθρόνα, έριξα τη ματιά μου στον αρχιμάστορα και είπα:

“Μαστροθανάση, τα εργαλεία σας πάλι την αυγή βρέθηκαν στο ίδιο σημείο, εδώ στον αυλόγυρο του ναού. Μη φοβάσαι, δεν τα έπαιρνε απ’ εκεί κανείς. Διαπιστώσαμε ότι ο Μεγαλόχαρος θέλει να κτίσουμε εδώ το μεγάλο ναό του. Γι’ αυτό σάς καλέσαμε να δούμε τί μπορεί να γίνει, πού θα γίνει, και πώς θα γίνει. Ο τόπος δεν χωρά άλλο ναό. Τί λέτε εσείς;”

Ο Μαστροθανάσης έσκυψε το κεφάλι του, μπέρδεψε για λίγο τα ροζιάρικα δάχτυλα του χεριού του, έκανε λίγες γκριμάτσες με τα χοντρά χείλη του και σε λίγο είπε: “Δεν ξέρω τί θα αποφασίσετε εσείς και τί γνώμη έχουν οι άλλοι μάστοροι, αλλά αν είναι να γίνει εδώ ο Ναός, θα πρέπει να χαλαστεί ο παλιός και να γίνει ο μεγαλύτερος. Θα προσπαθήσουμε βέβαια να αφήσουμε περισσότερη αυλή μπροστά, και από δεξιά, αριστερά και πίσω ένα φαρδύ διάδρομο για τα κελιά.

“Ναι, ναι, έτσι μόνο μπορεί να γίνει”, είπαν μ’ ένα στόμα και οι άλλοι μάστορες πριν καλά – καλά τούς ρωτήσουμε. “Αυτή ήταν και η δική μας γνώμη, αλλά θέλαμε να την επιβεβαιώσουμε”.

“Μπορεί να γίνει και κάτι άλλο”, είπε ο Μαστροθανάσης. “Να αρχίσουμε να κτίζουμε τον καινούργιο ναό, ανοίγοντας θεμέλια τριγύρω από τον μικρό σημερινό και να παραμείνει ο μικρός, να λειτουργιέται, και όταν προχωρήσουμε αρκετά και θα αρχίσει να μάς εμποδίζει, τότε τον χαλάμε”.

Η ιδέα του ήταν λογική και την παραδεχτήκαμε όλοι. Συζητήσαμε το σχέδιο του νέου ναού και καταλήξαμε να γίνει όπως τον βλέπετε σήμερα παιδιά μου. Την ίδια μέρα άρχισαν οι εργασίες και λέτε πως εργαζόταν μαζί μας ο Μεγαλόχαρος. Προχωρούσε το έργο τόσο γρήγορα που και εμείς απορούσαμε. Τα υλικά πάντα στην ώρα τους και τα χρήματα ποτέ δεν μας έλειψαν. Πολλοί κάτοικοι έδωσαν περιουσίες ολόκληρες, ξυ­λεία, προσωπική εργασία και πλήθος ζωντανά για τη μεταφορά των υλικών, όλα δωρεάν. Ήταν το κτίσιμο ένα μεγάλο πανηγύρι του χωριού και των περιχώρων. Και κάτι ακόμα, παιδιά μου, που έκανε μεγάλη εντύπωση όχι μόνον σ’ εμάς, αλλά και σ’ όσους το μάθαιναν. Τούρκοι από τα τριγύρω χωριά (δεν υπήρχαν στο Μανταμάδο), κρυφά και φανερά βοήθησαν με χρήματα και υλικά στο κτίσιμο του ναού του Μεγαλόχαρου. Τον σέβονταν και τον φοβόνταν πολύ τον Ταξιάρχη. Διότι, πολλές φορές παλιότερα, που προσπάθησαν κακοί Τούρκοι να προσβάλλουν το ναό του Ταξιάρχη ή να μπούνε μέσα στο προαύλιό του καβάλα στα άλογά τους, τον είδαν φανερά άγριο να τους κυνηγά, και έπειτα έφερναν δώρα διά να τον εξευμενίσουν.

Ο νέος ναός ορθώθηκε γρήγορα και ο μικρός άρχιζε να εμποδίζει τις εργασίες. Αποφασίσαμε λοιπόν να τον χαλάσουμε. Όταν φτάσαμε στην ανάγλυφη εικόνα του Ταξιάρχη, στάθηκε αδύνατο να την μετακινήσουμε. Μια βδομάδα και παραπάνω όλοι οι τεχνίτες και οι γέροι του χωριού προσπαθούσαν να βρουν τον τρόπο, αλλά του κάκου, δεν γινόταν τίποτα, έμεινε αμετακίνητη. Έπειτα από πολύ σκέψη αποφασίσαμε να την αφήσουμε στη θέση της. Την καλύψαμε να μην χαλάσει και προχωρήσαμε στις εργασίες μας. Ήλθε και η ώρα να κατασκευάσουμε το μαρμάρινο τέμπλο του ναού. Η εικόνα όμως του Μεγαλόχαρου δεν μπορούσε να πάει στην καινούρια θέση της, δηλαδή αριστερά της εικόνας της Παναγίας. Επίσης βρισκόταν και πιο έξω από τη γραμμή του τέμπλου. Πολλά σχέδια κάναμε και στο τέλος καταλήξαμε να φέρουμε όσο μπορούμε πιο έξω το τέμπλο, και να μείνει στην παλαιά θέση της η εικόνα, εκεί που βρίσκεται τώρα, δηλαδή δεξιά από την εικόνα του Χριστού και λοξά να κλείνει προς την Ωραία Πύλη. Βλέπετε, παιδιά μου, ότι όλες οι εικόνες των εορταζόντων αγίων βρίσκονται δεξιά της Παναγίας, ενώ του Ταξιάρχη βρίσκεται αριστερά του Χριστού. Είναι διότι αρχίσαμε να κτίζουμε το νέο ναό πριν χαλάσουμε τον παλιό και έτσι δεν υπολογίσαμε από την αρχή τη θέση της εικόνας του Μεγαλόχαρου. Νομίζαμε ότι θα μπορούσαμε να τη μετακινήσουμε. Ο Αρχάγγελος όμως δεν θέλησε να αλλάξει θέση η εικόνα του, προτιμούσε να μείνει εκεί όπου ο μοναχός που επέζησε από τη σφαγή των Σαρακηνών, την τοποθέτησε.

Τότε, είχε πάρει το αίμα των 18 μοναχών που σφαγιάστηκαν από τους Σαρακηνούς πειρατές μέσα στο ναό, και με ψιλοκοσκινισμένο χώμα έπλασε την ανάγλυφη εικόνα του Αρχαγγέλου, για να συνοδεύσει η χάρη του τις ψυχές των συντρόφων μοναχών, στο θρόνο του Δημιουργού, και την τοποθέτησε εκεί που βρίσκεται σήμερα. Γι’ αυτό και το χρώμα της ανάγλυφης εικόνας έχει το χρώμα του ξηρού αίματος. Την βλέπουμε και σήμερα απείραχτη και αναλλοίωτη από τη φθορά του χρόνου και τον ασπασμό των χιλιάδων πιστών προσκυνητών που καθημερινά κατακλύζουν τον Άγιο ναό του.

Με τη βοήθεια τού Αρχαγγέλου, της Κοινότητας και των ξένων που έρχονταν να συμπαρασταθούν στο έργο μας, φθάσαμε στο τέλος σχεδόν όλων των εργασιών. Ακόμη και οι έμποροι από τη Σμύρνη στους οποίους είχαμε παραγγείλει ό,τι χρειάζεται για να στολιστεί ένας Ναός (πολυέλαιοι, μανουάλια, κανδήλια κ.λπ.), τα είχανε φέρει και τελείωναν την τοποθέτησή τους. Όμως μαζί με τις εργασίες τελείωναν και τα χρήματά μας και αρχίσαμε να ανησυχούμε.

Την παραμονή της εξόφλησης των τεχνητών, εμπόρων και του Σμυρναίου αγιογράφου που ήρθε να μας αγιογραφήσει την οροφή του Ναού και του Ιερού, όλοι οι Επίτροποι ήταν στο σπίτι μου. Μπροστά μας είχαμε το σχεδόν άδειο μπαούλο που φυλάγαμε τα χρήματα για το χτίσιμο του Ναού. Δεν φθάνανε ούτε να εξοφλήσουμε τα ημερομίσθια των εργατών. Οι Επίτροποι έμειναν ως αργά το βράδυ, προσπαθώντας να βρούμε μια λύση. Δεν καταλήξαμε όμως σε τίποτα, και έφυγαν για τα σπίτια τους στενοχωρημένοι.

Ή γυναίκα μου (η γιαγιά σας) και τα επτά παιδιά πήγαν να ξαπλώσουν. Εγώ έμεινα κάτω. Καθόμουν στην πολυθρόνα και σκεπτόμουν πώς θα αντιμετωπίσουμε την κατάσταση.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, δεν ξέρω, παιδιά, ήμουν ξυπνητός ή μισοκοιμισμένος. Άνοιξε η εξώπορτα του σπιτιού. Κάποιος με βήματα βαριά πέρασε στην αυλή, ανέβηκε τη σκάλα, πέρασε απ’ το δωμάτιο των παιδιών που κοιμόνταν και μπήκε στο μικρό δωμάτιο που ήταν το μπαούλο με τα χρήματα, προσπάθησα να σηκωθώ, μα δε μπορούσα. Τα πόδια μου ήταν θαρρείς καρφωμένα στο πάτωμα.

Αυτό έλλειπε, σκέφτηκα, να μας επισκεφτεί και κλέφτης τώρα. Άκουσα το μπαούλο να ανοίγει κι έπειτα από λίγο να κλείνει, και τα βήματα βαριά και αργά να περνούν το δωμάτιο των παιδιών και να κατεβαίνουν τη σκάλα. Τα μάτια μου καρφώθηκαν στην ανοιχτή πόρτα, που σε λίγο την έφραξε αγκαλιάζοντας τα τοιχώματά της, ένας νέος μελαχρινός. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και σγουρά, η ματιά του φωτεινή σαν αστραπή. Φορούσε ένα ρόδινο πέτσινο σακάκι και οι μαύρες πέτσινες μπότες του ανέβαιναν ως τους μηρούς του. Μου χαμογέλασε και μου είπε: “Τα χρήματα για τις πληρωμές είναι επάνω στο μπαούλο”.

Κούνησε το χέρι σαν να με χαιρετούσε και με αργά βαριά βήματα πέρασε την αυλή του σπιτιού, άνοιξε την εξώπορτα και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Προσπάθησα να σηκωθώ, το κατόρθωσα! Έτρεξα γρήγορα επάνω, και βρέθηκα μπροστά στο μπαούλο. Ήταν κλειδωμένο. Το άνοιξα και -ώ Μεγαλόχαρε- μέσα υπήρχαν τρεις σειρές από φλουριά, μετζίτια και λίρες. Έμεινα στη θέση αυτή ακίνητος για πολύ ώρα και τα έβλεπα. Έπειτα τόλμησα να τα ακουμπήσω για να βεβαιωθώ. Χούφτιασα τα χρυσά νομίσματα και τ’ άφησα πάλι να πέσουν. Ο έντονος ήχος των χρυσών νομισμάτων με συνέφερε.

Ξύπνησα τη γιαγιά σας και της είπα ότι θα έρθουν οι Επίτροποι και έτρεξα στα σπίτια τους. Τους ξύπνησα και χωρίς να τους εξηγήσω, τους κάλεσα να έρθουν γρήγορα στο σπίτι μου. Μόλις φθάσαμε εκεί, είπα στη γιαγιά σας να μας ψήσει καφέ και να μας περιμένει κάτω. Εμείς ανεβήκαμε επάνω και τους άνοιξα το μπαούλο. Εκείνοι, μπροστά στο περιεχόμενό του, τα έχασαν και η αναπνοή τους σταμάτησε. Έπειτα άρχισαν να με βομβαρδίζουν με ερωτήσεις. Εγώ έκλεισα σιγά-σιγά το μπαούλο, το κλείδωσα, ανασηκώθηκα, έκανα το σταυρό μου και είπα:

“Ο Ταξιάρχης. Αυτός φρόντισε και έφερε τα χρήματα που χρειαζόμαστε. Πάμε κάτω να σάς εξηγήσω”.

Σταυροκοπήθηκαν και ψάλλοντας το απολυτίκιο του, κατεβήκαμε τη σκάλα. Η γιαγιά σας μάς περίμενε. Πίνοντας τον ζεστό καφέ, τους είπα τί ακριβώς συνέβη, όλοι τα είχαν χαμένα. Όταν σηκώθηκαν να φύγουν, ο πετεινός στην αυλή μάς ειδοποιούσε ότι το ξημέρωμα έφθανε.

Το θαύμα έγινε γνωστό πολύ γρήγορα και όταν το μεσημέρι ήρθε η Επιτροπή στο σπίτι μας για να κάνουμε την πληρωμή, ο κόσμος το είχε περικυκλώσει. Έφθασε και η σειρά του τελευταίου εμπόρου να πληρωθεί. Τού μετρήσαμε τα χρήματα και έφθασαν ίσα-ίσα ως το τελευταίο γρόσι. Όλοι θαυμάσαμε το γεγονός αυτό. Πλύναμε, μετά την πληρωμή, τα χέρια μας και σκουπιστήκαμε στην πετσέτα που μας έφερε η γιαγιά σας. Όταν τελείωσε και ο τελευταίος Επίτροπος, κρέμασε την πετσέτα δίπλα στο βρυσάκι, και -ώ Μεγαλοδύναμε- η πετσέτα, αν και βρεγμένη, πήρε φωτιά και έγινε αμέσως στάχτη».

Όταν έφθανε στο σημείο αυτό πάτερ μου, ο παππούς μου, έπαιρνε μια βαθειά αναπνοή, έκανε το σταυρό του και αφού μας χάιδευε στα μαλλιά και μάς φιλούσε μάς έλεγε:

»Παιδάκια μου ό,τι σάς είπα, είναι πέρα για πέρα αληθινά. Να τα θυμάστε καλά και να τα λέτε και σεις στα παιδιά σας και στα εγγόνια σας, γιατί αυτή είναι η ιστορία του Ναού του Ταξιάρχη μας, που με θαύμα άρχισε και τελείωσε με θαύμα. Τώρα, σαν καλά παιδάκια, άιντε να σας βάλει η μαμά σας να κοιμηθείτε».

– Και μάς χαμογελούσε καμαρώνοντας μας, χτυπώντας χαϊδευτικά τις πλάτες μας.

 

+ Παπά-Στρατής

Ιερατικός Προϊστάμενος

Ιερού Ναού Παμμ. Ταξιαρχών

Μανταμάδου

taxiarhismantamadou.gr

Το news-nea.gr ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων - απόψεων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω εμαιλ έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, εμαιλ, υβριστικά ή συκοφαντικά, αλλά και αυτά που παραπέμπουν σε διαφήμιση θα αφαιρούνται.

Facebook Σχόλια

Σχετικά Άρθρα

Back to top button
Close