Ένα βράδυ ο Άγιος ήταν στο κελί του και προσευχόταν ενώ έξω είχε σφοδρή καταιγίδα και το ποτάμι είχε φουσκώσει. Άκουσε τότε κλάματα ενός μικρού παιδιού και όταν βγήκε έξω άκουσε το παιδί που έκλαιγε και Τον φώναζε να τον περάσει πέρα, για να μην πεθάνει από το κρύο και την βροχή.
Πήρε λοιπόν ο Άγιος ένα μεγάλο ξύλο, έκαμε το σταυρό του και μπήκε στο ποτάμι. Πέρασε πέρα και πήρε στον ώμο του το παιδί. Όταν μπήκε στο ποτάμι, το παιδί του φαινότανε, πως βάραινε διαρκώς. Στηριζόταν με δύναμη στο ξύλο, για να περάσει και να μη παρασυρθεί από το φουσκωμένο ποτάμι. Η δοκιμασία ήταν μεγάλη. Επιτέλους έφθασε στη αντίπερα όχθη. Όταν άφησε το παιδί του είπε:
– Παιδί μου, τον κόσμο όλον, αν σήκωνα, δεν θα ήταν τόσο βαρύς όσο συ.
– Και όμως! του είπε το παιδί. Μετέφερες όχι μόνον τον κόσμο όλον, αλλά Εκείνον, που έπλασε τον κόσμο. Είμαι ο Βασιλεύς Χριστός, τον Οποίον εδώ υπηρετείς. Έπειτα από τα λόγια αυτά, το παιδί έγινε άφαντο.
